ΦΡΟΝΙΜΗ

ΦΡΟΝΙΜΗ

ΦΡΟΝΙΜΗ

https://www.youtube.com/watch?v=VLycsyohDeo&t=21s

Ο βασιλιάς Ετέαρχος είχε θυγατέρα, τη Φρονίμη. Πέθανε όμως η μητέρα της και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε. Η μητρυιά μισούσε τη Φρονίμη και επέβαλε στον πατέρα της να την εξαφανίσει. Στην Αξό βρισκόταν φιλοξενούμενός του ο Θεμίσων, έμπορος από την Θήρα, και τον ανάγκασε να υποσχεθεί με όρκο, ότι θα κάμει, ό,τι του ζητήσει. Όταν ο Θεμίσων έφυγε για τη Θήρα του παρέδωσε την κόρη του, με την παραγγελία να τη ρίψει στη θάλασσα. Ο Θεμίσων αγανάκτησε, αλλά έπρεπε να τηρήσει τον όρκο του και έδεσε την κόρη με σκοινί και την έριξε στη θάλασσα. Έτσι ετήρησε τον όρκο του. Έπειτα τράβηξε την κόρη έξω. Έτσι ήταν εντάξει και με τον όρκο του και με τη συνείδησή του.

Στη Θήρα την πήρε ένας πλούσιος, ο Πολύμνητος, και γέννησε ένα παιδί τραυλό, το Βάττο. Ο Βάττος με προτροπή του Απόλλωνα, τον οποίο ελάτρευαν στην Αξό, πήγε στην Κυρήνη με τους Θηραίους και ίδρυσε την αποικία το 631 π.Χ..

Κατά τον Ξενίωνα και το Φιλοσθένη, η Αξός, πήρε το όνομα από τον Όαξο ή Νάξο ή Αξό, γιο της θυγατέρας του Μίνωα Ακακαλλίδας και του Απόλλωνα. Τη Ακακαλλίδι συνελθείν φησί τον Ερμήν και τον Απόλλωνα. Και εκ μεν Απόλλωνος γενέσθαι Νάξον, εκ δε Ερμού Κύδωνα, αφ΄ού η πόλις Κυδωνία καλείται. Την ετυμολογία που αναφέρει ο Στ. Βυζάντιος, ότι το όνομα οφείλεται στην αρχαία κρητική λέξη άξος = απόκρημνος βράχος, αγμός, δικαιώνει η απόκρημνη τοποθεσία που ήταν κτισμένη η πόλης.

---------------------------------------------------------

Κοντά στον Ψηλορείτη εκεί όπου υπάρχει σήμερα το ειδυλλιακό χωριό Αξός, ανθούσε περί το 700 π.Χ ακόμα το βασίλειον της Οάξου,τών θρυλικών Μινωϊκών βασιλείων. 
Ύστερα απ’ την κατάληψη της Κρήτης από τους Έλληνες (Αχαιούς-Δωριείς). Ο καλός βασιλιάς της Ετέαρχος, ζούσε ευτυχισμένος με το μοναχοπαίδι του τη Φρονίμη και τη δευτερογυναίκα του Γορτύνω, κι’ άπλωνε την αίγλη του στα πέρατα της Μεγαλονήσου. Μα όταν ήλθε για εμπορικές κλπ συναλλαγές κάποια Δωρική πρεσβεία από την Δυτική Κρήτη, τα πράγματα χαλάσανε.

Αρχηγός της Πρεσβείας αυτής ήταν ο Γλαύκος, ωραίος ξανθός λεβέντης, που απ’ τη πρώτη στιγμή ερωτεύθηκε με ανταπόκριση τη βασιλοπούλα Φρονίμη. Η μητρυιά της ζήλεψε και φρόντισε γιά εκδίκηση να συκοφαντίσει την προγονή της στον πατέρα της, πράγμα που το πέτυχε, όταν βρέθηκε σκοτωμένος ο ιερός θαλάσσιος όφις (Μινώταυρος) της Οαξίου λατρείας και πλάϊ του, ένα μαχαίρι, συμβολικό δώρο του Γλαύκου στην εκλεκτή της καρδιάς του.

Ύστερα από θεαματικές γιορτές (χορούς, ταυρομαχίες, συμπόσια κλπ) η Φρονίμη πέρασε από δίκη. Η ζήλεια της μητρυιάς ωθούσε τα πράγματα στ’ άκρα κι’ όταν είδε πως έχανε το παιγνίδι, δεν δίστασε ν’ αυτοκτονήσει. Στο μεταξύ, οι θεοί της γης, θυμωμένοι για το θάνατο του ιερού όφι, στείλανε έναν τρομερό σεισμό, που κατέστρεψε τα πάντα και τους πάντας.

Η Φρονίμη, η μοναχοπαίδα τού Ετεάρχου βασιλιά της Οάξου, του στερνού Μινωϊκού βασιλείου, αρπάζεται λιπόθυμη από κάποιο Θηραίο έμπορα, που βρέθηκε εκεί στην ώρα πάνω μέσα απ’ τα ερείπια, που ένας τρομερός σεισμός έχει μετατρέψει την μακαρία ως τότε πολιτεία της. Μεταφέρεται σ’ ένα πλεούμενο που περίμενε στην παραλία. Μόλις κίνησαν τους τύλιξε στη φόρα του, ένα τεράστιο σεισμικό κύμα και τους βούλιαξε τη στιγμή ακριβώς, που οι τρείς νεαροί ναύκληροι είχαν πέσει πάνω της με ταπεινούς σκοπούς. Καβάλα σ’ ένα ξάρτι η Φρονίμη φτάνει σε λίγο σ’ ένα ερημονήσι όπου με την ίδια αιτία είχε έλθει λίγο πριν κι’ ο Γλαύκος της, απ’ την Δωριοκρατούμενη δυτική Κρήτη.

Ζουν κάμποσο καιρό σε μιά ευτυχισμένη φυσική ζωή. Μέσα όμως σε μιά ξαφνική καταιγίδα που ξέσπασε στο μεταξύ, κεραυνοβολήθηκε και πέθανε ο Γλαύκος. Τρελλή από τη συμφορά, η βασιλοπούλα κλαίει τον καλό της, όταν μπαίνει στη σπηλιά τους, ένα αγρίμι κυνηγημένο, από κάποιον κυνηγό τον Πολύμνηστο, που ερχότανε μόνος αυτός, σαν ιδιοκτήτης του ξερονησιού, απ’ τη κοντινή Θήρα γιά κυνήγι.

Τα τρία πλάσματα (η Φρονίμη, τ’ αγρίμι κι’ ο κυνηγός) γίνονται φίλοι και θάβουν τον Γλαύκο στη σπηλιά. Ο Θηραίος κυνηγός πείθει ωστόσο την πονεμένη κόρη να τον ακολουθήσει στ’ αρχοντικό του. Δέχεται, αφού πήρε την υπόσχεση, πως σε κάθε καινούργιο φεγγάρι, θα την έφερνε για προσκύνημα στο τάφο του καλού της.

Σε λίγο καιρό γεννήθηκε ένα αγόρι: ο Βάττος που ήταν ο ίδιος ο Γλαύκος. Ο Πολύμνηστος, που το θεώρησε δικό του δημιούργημα, τον ανέθρεψε και τον μεγάλωσε σαν αρχοντόπουλο. Κι’ ο Βάττος έγινε δυνατός κι’ ωραίος. Μόνο που ψεύδιζε. Σε μιά τρομερή έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας ο Πολύμνηστος σκοτώθηκε. Έμεινε πάλι η Φρονίμη μόνη με το μοναχοπαίδι της.

Ένας χρησμός του Μαντείου των Δελφών, τους έστειλε οικιστές στη Λιβύη. Κίνησαν για την ιερή αποστολή. Το ταξίδι τους ήταν γεμάτο εκπλήξεις και σκληρές περιπέτειες. Πρώτα η θαλασσοταραχή τους έρριξε στη Κρήτη, όπου η Φρονίμη έμαθε για το φρικτό τέλος του μετασεισμικού βασιλείου της Οάξου και του άμοιρου πατέρα της. Κι’ ο Βάττος έδειξε την αντρεία του, σκοτώνοντας ένα λιοντάρι, που είχε δραπετεύσει από το κλουβί κάποιου άρχοντα. με τη βοήθεια ενός γέρου ψαρά Κρητικού, προμηθευτή άλλοτε του Ετεάρχου στα θαλασσινά (του Κορώβιου), ανοίγονται για τη Λιβυκή εκστρατεία. Μετά από πολλές περιπέτειες και με τη βοήθεια των θεών, γλυτώνουν και φθάνουν στη Λιβυκή γη. Μεταφέρουν τον Κρητοθηραϊκό πολιτισμό και κυριαρχούν σε όλη τη βορειοαφρικανική παραλία…